Archive | June, 2010

splish splas I was taking a bath

25 Jun

κι άλλη βουτιά.

alcohol makes the world go round

24 Jun

βουτιά

Πληθυντικός ευγενείας (aka ανοησίας)

23 Jun

Τις προάλλες βρέθηκα σε ένα πάρτι με πολλούς party poopers. Party poopers κυριολεκτικώς (με τις πάνες βρακάκια τους και τα όλα τους) και party poopers μεταφορικώς (τους κηδεμόνες / συνοδούς των φερόντων πάνες βρακάκια).

Οι μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού άτεκνοι και χρήστες τουαλέτας ήμασταν κάπως εκτός κλίματος, όπως φαντάζεστε, αναγκασμένοι να χαμογελάμε με ενθουσιασμό (…) σε κάθε νέα συναρπαστική (…) πληροφορία για τα κατορθώματα των κανακάρηδων και καταδικασμένοι να ενημερωθούμε για τα στάδια της βρεφικής ανάπτυξης μέχρις εσχάτης λεπτομέρειας. Για κάποιο λόγο μόλις οι, έως πρότινος φυσιολογικές, ανθρώπινες υπάρξεις περάσουν στο στρατόπεδο των γονιών, ξεχνούν την πρότερη ζωή τους και μεταλλάσσονται. Ενδεχομένως να κυκλοφορεί και κάποιο μικρόβιο ανοησίας το οποίο κολλάνε μόνο όσοι συγχρωτίζονται με μωρά, ξέρω και γω… Όπως και να΄χει έχεις εκ προοιμίου κατά νου πως ο,τι και αν πουν φαντάζει εξωφρενικά ενδιαφέρον σε εκείνους και είναι εξοντωτικά βαρετό για εσένα. Προβάρεις, λοιπόν, δέκα νεύματα και τρία συγκαταβατικά χαμόγελα, πατάς το mute και προσποιείσαι με επιτυχία πως ακούς (με σχετικό ενδιαφέρον) καθώς παρακολουθείς στόματα να ανοιγοκλείνουν. Ως εδώ καλά. Εκεί που αρχίζει το θέμα να ζορίζει είναι όταν ξεκινάει ο παραλογισμός του πληθυντικού. Μπορεί να έχεις δεχτεί, ως φαν της τέχνης, ένα σωρό συμβάσεις (π.χ. τη σύμβαση του μιούζικαλ όπου ξαφνικά οι άνθρωποι αντί να μιλάνε χορεύουν και τραγουδούν και η ζωή κυλά κανονικά) αλλά αυτή η συγκεκριμένη σου ταλανίζει τα αυτιά και δεν αντέχεις.

«Φορέσαμε το καινούργιο μας φορμάκι» [Μωρέ μπράβο πως χωρέσατε και οι 2-3 μέσα, με το μάτι δεν το κόβω να έχει ραφτεί με παραπάνω από μισό μέτρο ύφασμα]

«Πήγαμε στον παιδικό σταθμό» [Last time I checked το νόημα του παιδικού σταθμού ήταν να απουσιάζουν οι γονείς]

«Είπαμε μαμά» [Στα 32 σας; Αχ, μην σας κακοκαρδίσω αλλά, να, κάπως σαν να καθυστερήσατε λιγάκι]

«Φάγαμε φρουτόκρεμα» [Και το αφήσατε νηστικό το μωρό άκαρδοι;]

κου λου που

Αλλά αυτοί οι άνθρωποι νοσούν, έχουν κολλήσει το αναθεματισμένο το μικρόβιο. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιούν και μια ακραία εκδοχή κυριολεξίας σε ορισμένες περιπτώσεις. Ταλαιπωρούνται, όσο να το πεις, τόσο, μερικές φορές, που ο πληθυντικός κρίνεται αναγκαίος για να συμπεριλάβει και τη δική τους συμμετοχή. Π.χ. «βγάλαμε και άλλο δοντάκι» μπορεί να σημαίνει «δεν κοιμηθήκαμε όλη νύχτα γιατί έβγαζε το κωλόδοντο και έσκουζε». Ο εγκέφαλος καίγεται, η ελληνική γλώσσα υφίσταται τον σχετικό βιασμό και εσύ πλέεις σε απέραντα πελάγη κατανόησης. Ως εδώ καλά.

Εκεί που βγαίνω απευθείας από τα βαθιά νερά της κατανόησης, σκουπίζομαι καλά καλά μη μείνει καμιά στάλα και θέλω να πετάξω την μουσκεμένη πετσέτα στα μούτρα τους είναι όταν ο πληθυντικός ανοησίας γίνεται συνήθεια των ζευγαριών. Που χάνουν, μάλλον, από τον έρωτα (…) κάθε αίσθηση της μοναδικότητάς τους, αποποιούνται την προσωπικότητά τους και γίνονται ένα γερό, μασίφ «εμείς». Δεν έχω πρόβλημα με το «εμείς», όμως. Μην παρεξηγηθώ. Άμα θέλεις να είσαι και σιαμαίος με το έτερον ήμισυ, να κατουράτε κιόλας ταυτόχρονα, από’ μένα έχεις το ελεύθερο. Εγώ υποφέρω; Εσύ. Αλλά, πες το μου αυτό. Γιατί το κάνεις? Δεν αντέχεις τον εαυτό σου? Ή μήπως έχεις τυλιχτεί σε τέτοιο σύννεφο θαυμασμού που ο,τι κάνει το αγαπητικό σου αρέσει και σε εσένα?  Δηλαδή τι πάει να πει «μας αρέσει η μπίρα μπουρδεμπέ» ή «μας πειράζουν τα γιουβαρλάκια» κτλ? Τους ίδιους γευστικούς κάλυκες αγοράσατε ή μοιράζεστε το ίδιο στομάχι;

Παρακαλώ εξηγήστε.

Ευχαριστώ.

Southerns do it better (?)

23 Jun

.

αυτό, απλώς

Sex & The (Mundial) City

22 Jun

Είδα, που λέτε, αυτή τη διαφήμιση που συνοψίζει την κατάσταση των άμπαλων (μα τι λέξη) γυναικών την περίοδο του World Cup (aka Mundial), θυμήθηκα και τη διαφήμιση που είχαν φτιάξει οι αγαπημένοι Mad Men ένα κομματάκι που είχα γράψει πριν από χρόνια για τους φίλους μας τους δονητές.



Ο πυρετός ήταν στις αρχές του 19ου αιώνα η πιο συνήθης διαγνωσμένη ασθένεια. Στο αμέσως χαμηλότερο βάθρο φιγουράριζε μια κατεξοχήν γυναικεία πάθηση: η υστερία. Και εγένετο φάρμακο για την καταπολέμησή της. Ο γνωστός- και αγαπητός σε όλους- δονητής.

Στην αρχή, και για εκατοντάδες χρόνια, υπήρχαν οι μαίες. Γυναίκες αποκλειστικά. Φρόντιζαν για τα πάντα και κρατούσαν στα χέρια τους -κυριολεκτικά και μεταφορικά- το γυναικείο σώμα. Σεξουαλικά, γυναικολογικά, αναπαραγωγικά θέματα και ο, τι αφορούσε στο θηλυκό σώμα ήταν δική τους υπόθεση και ευθύνη. Κάτι η ανάπτυξη του καπιταλισμού, κάτι η ανδρική επιβολή και η ανδροκρατούμενη κοινωνία μαζί με την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης, οδήγησαν στην κατάρριψη ορισμένων ταμπού και οι άνδρες επιστήμονες πήραν τον δρόμο που οδηγούσε στην γυναικεία σεξουαλικότητα. Οι μαμές παραμερίστηκαν και ο έλεγχος περιήλθε στους επαΐοντες (άνδρες) ιατρούς. Εντάξει, τους πήρε μερικούς αιώνες ακόμα να το διανύσουν το μονοπάτι αλλά, τουλάχιστον, είχε γίνει η αρχή. Το πόσο λανθασμένες ήταν αρχικά οι ιδέες τους και πόσο ελλιπείς οι γνώσεις της ανθρωπότητας όσον αφορά το γυναικείο σώμα μπορεί να περιγραφεί με πολύ λίγα λόγια.

Τον 19ο αιώνα, λοιπόν, επικρατούσε η άποψη πως οι γυναίκες δεν μπορούν να βιώσουν την σεξουαλική κορύφωση (οργασμό) άνευ διείσδυσης. Με τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι να απορεί κανείς γιατί οι περισσότερες μεσοαστές κυρίες είχαν παντελώς ανεπαρκή σεξουαλική ζωή, δεν βίωναν σεξουαλική ικανοποίηση και όλο αυτό είχε ως αποτέλεσμα μυριάδες συμπτώματα τα οποία ονομάζονταν «υστερία».

Η υστερία –ως πάθηση- χρονολογείται από τον 5ο αι. π.Χ. Τα συμπτώματά της ήταν τόσο άφθονα που επέτρεπαν την εν λόγω διάγνωση σχεδόν για κάθε περίπτωση: νευρικότητα, κατάθλιψη, ακόρεστη σεξουαλική επιθυμία, εντελής έλλειψη σεξουαλικής επιθυμίας, μυϊκοί σπασμοί, κατακράτηση υγρών, ανορεξία, ζαλάδες, αυνανισμός, αϋπνία, έλλειψη κολπικών υγρών, μονομανία, υπερκινητικότητα, ατονία, αυξομειώσεις βάρους, κ.α. πολλά. Οι γυναίκες που έπασχαν αγνοούσαν την σεξουαλική ηδονή. Αναγκαστικά. Και αντιδρούσαν. Φυσιολογικά. Με την πεποίθηση, λοιπόν, πως πυρήνας του γυναικείου σώματος είναι η μήτρα και πως αυτή είναι υπαίτιος για τις περισσότερες γυναικείες ασθένειες, η υστερία, έγινε η δεύτερη πιο διαγνωσμένη πάθηση μετά τον πυρετό και οι επιστήμονες βαυκαλίζονταν πως μοναδική λύση είναι η τεχνητή διείσδυση για την επίτευξη της σεξουαλικής ικανοποίησης. Η τεχνητή (έστω) διείσδυση θα οδηγούσε σε οργασμό, ο οργασμός θα θεράπευε την πάθηση και ο κόσμος θα ηρεμούσε. Αποφάσισαν να κάνουν τα πάντα για να βρουν την λύση και να απαλλαγούν δια παντός από την διαδεδομένη -και ιδιαζόντως κουραστική- ασθένεια της εποχής.

Πιστοί στο επιστημονικό τους έργο καταπιάστηκαν με τις πιο παράδοξες ιδέες και τεχνικές. Δονούμενα τραπέζια με παροχή αέρα, υδροκίνητα ντους, κι άλλα δονούμενα τραπέζια, με βενζίνη αυτή τη φορά, τρανταζόμενες καρέκλες, ταλαντευόμενα καθίσματα και άλλα παράξενα και τρομακτικά αντικείμενα παρέλαυναν από τα ιατρεία στην προσπάθεια να βρεθεί μια λύση επιτέλους. Το να προσπαθήσουν οι άνδρες γυναικολόγοι να ερεθίσουν την κλειτορίδα δεν περνούσε ούτε κατά διάνοια από το νου τους αφού, την εποχή εκείνη, το συγκεκριμένο όργανο του γυναικείου σώματος θεωρείτο ασήμαντο, άχρηστο και αμελητέο. Φυσικά τα πράγματα ήταν -καθώς όλοι γνωρίζουμε (ελπίζω)- λιγάκι πιο σύνθετα και περίπλοκα, αλλά, η λανθασμένη αυτή άποψη ήταν ένα καλό έναυσμα για να φτάσουν στην δημιουργία του πρώτου δονητή.

Εργαλείο ιατρικό, λοιπόν, μια εφεύρεση η οποία δημιουργήθηκε με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ιατρικής φύσεως και με στόχο να κάνει τον κόσμο μας πιο γαλήνιο. Καταρρίφθηκαν και οι τελευταίες ενοχές σας τώρα που μάθατε πως ξεκίνησε την ζωή του ένα από τα πιο χρήσιμα gadgets της ιστορίας; Ευτυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν από την ανακάλυψή του, διαδόθηκε, εξελίχθηκε και χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως, με παρέα ή όχι, για fun & pleasure ή για να βοηθήσει στην εξέλιξη της ιατρικής…


Αλλά στην αρχή η ποικιλία δεν ήταν δεδομένη, ούτε η διασκέδαση αποτελούσε μια πτυχή της νέας αυτής ανακάλυψης. Από το 1869 που δημιουργήθηκε ο πρώτος δονητής και μέχρι το 1900 η χρήση ήταν αποκλειστικά ιατρική. Ο dr George Taylor πατεντάρισε την πρώτη ατμοκίνητη συσκευή η οποία ήταν αρκετά ακριβή  στην υλοποίησή της, περίπλοκη στην χρήση, δυσκίνητη και απευθυνόταν κυρίως σε ινστιτούτα spa και επιστήμονες ιατρούς.

Το 1880 ο Βρετανός Joseph Mortimer Granville έφερε στο προσκήνιο μια νέα ευρεσιτεχνία. Η δική του συσκευή λειτουργούσε με μπαταρίες, η παραγωγή της στοίχιζε πολύ λιγότερο και ήταν πολύ πιο εύχρηστη. Μέχρι το 1900 πάνω από μια ντουζίνα κατασκευαστές ασχολήθηκαν με την παραγωγή δονητών εκμεταλλευόμενοι την ευρεία χρήση του ηλεκτρισμού. Φυσικά μόνο οι γυναίκες της αστικής τάξης είχαν την οικονομική δυνατότητα να απολαμβάνουν τα νέα θεραπευτικά μέσα στα ιατρικά εργαστήρια. Στόχος ήταν «ο ερεθισμός των γυναικείων οργάνων μέχρι να επιτευχθεί ο ζητούμενος παροξυσμός» σύμφωνα με ιατρικά συγγράματα της εποχής.

Με την άφιξη του 20ου αιώνα και του ηλεκτρισμού, όμως, οι χειροκίνητες συσκευές –παντός είδους– αντικαταστάθηκαν με ηλεκτροδοτούμενες. Πρώτα η ραπτομηχανή, ο ανεμιστήρας, οι τσαγιέρες, οι τοστιέρες και έπειτα…Ο δονητής ξεκίνησε την επική πορεία του στον δρόμο του εμπορίου. Στοίχιζε από 15$ μέχρι και 200$ (ο επονομαζόμενος Chattanooga, aka η Κάντιλακ των δονητών). Όσο περνούσαν τα χρόνια οι δονητές γίνονταν όλο και μικρότεροι και αποκτούσαν παγκόσμια φήμη και απήχηση ως αντικείμενα προορισμένα να προσφέρουν ηδονή και ουχί θεραπεία. Και για να είμεθα σαφέστεροι, έγιναν αντικείμενα τέχνης, καθημερινής χρήσης, αναγκαία και απαραίτητα κι άρχισαν να χαίρουν εκτίμησης από τον κόσμο ολόκληρο.

Στην αρχή της εμπορικής πορείας τους, όμως, προωθούνταν ως «ηλεκτρικές οικιακές συσκευές» σε περιοδικά για το σπίτι όπως το Modern Woman και Woman’s Home Companion. «Ανακουφίζει από τον πόνο. Θεραπεύει τις ασθένειες», «Δημιουργημένο από την γυναίκα που ξέρει τις ανάγκες της γυναίκας» (τω όντι) ήταν μερικά από τα μότο που συνόδευαν τις διαφημιστικές καταχωρήσεις.

Το 1906 η Αμερικάνικη Εταιρεία Δονητών κυκλοφορούσε το εξής flyer: «Ο Δονητής μας μπορεί να χρησιμοποιηθεί άνευ βοήθειας, στην κρεβατοκάμαρα ή το boudoir και να εφοδιάσει κάθε γυναίκα με την αίσθηση της αέναης νιότης». Κι όλα αυτά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, την δεκαετία του 1910 και 1920. Φυσικά χωρίς φωτογραφίες. Αλλά με την δυνατότητα ταχυδρομικής παραγγελίας!

Κάπου στα μέσα των 20’s οι δονητές ξεκίνησαν τις πρώτες τους εμφανίσεις σε ερωτικές φωτογραφίες και ταινίες και έχασαν σιγά σιγά την αξιοσέβαστη ιδιότητά τους. ενοχοποιήθηκαν, κρύφτηκαν. Την δεκαετία του 50 τα γυναικεία περιοδικά δημοσίευαν και πάλι διαφημίσεις αλλά τους αποκαλούσαν κατ’ ευφημισμό «μηχανήματα για μασάζ» και τους προσέδιδαν άλλου τύπου ιδιότητες, όπως, π.χ. χρήσιμους για χάσιμο βάρους. Στις αρχές της δεκαετίας του 60 αναφέρονταν ως «αντικείμενα ομορφιάς», η συζήτηση για το σεξ άρχισε να γίνεται πιο ανοιχτή, έφτασε η σεξουαλική επανάσταση και απελευθέρωση και βρήκαν τον δρόμο τους ως «σεξουαλικά αντικείμενα» ή «βοηθήματα» επιτέλους προς το τέλος της και στην αυγή των 70’s.

Το 1976 εμφανίστηκε η πρώτη έκδοση στα ράφια των βιβλιοπωλείων με θέμα τους δονητές. Το βιβλίο της Joani Blank «Good Vibrations: The Complete Guide To Vibrators»έγινε ανάρπαστο και η ίδια άνοιξε το πρώτο μαγαζί αποκλειστικά με δονητές στην Καλιφόρνια, εγκαινιάζοντας μια ακόμα επανάσταση. Αυτή των δονητών. Για πολύ καιρό εξακολούθησαν να διαφημίζονται στις πίσω σελίδες των γυναικείων περιοδικών αλλά στοχεύοντας στον αισθησιασμό και την σεξουαλικότητα, χωρίς περιτροπές. Δεκάδες (εκατοντάδες) σχήματα, μεγέθη, χρώματα και αρώματα, σήμερα, είναι αδύνατο να τους καταμετρήσεις, είναι δύσκολο ακόμα και να τους κατηγοριοποιήσεις σε υποσύνολα. Για να μην επεκταθούμε σε dildo και strap-on, εξίσου διαδεδομένα και απαραίτητα. Περίπου τόσοι πολλοί πέρασαν από την ιστορία ώσπου να φτάσουμε στο τώρα. Μόνο που σήμερα όλοι ξέρουμε την ακριβή τους χρήση. Κι αν όχι, στο διπλανό fancy ή παρακμιακό κατάστημα μπορούμε να προμηθευτούμε έναν, δύο ή ένα ολόκληρο σετ από αυτούς και να τους μελετήσουμε. Όλο και κάποιος θα ταιριάζει στην περίσταση.

Όλα εξαρτώνται από τον ηλεκτρισμό! Κάθε δονητής λειτουργεί με ένα μοτεράκι, και το μοτέρ αυτό χρειάζεται ενέργεια για να λειτουργήσει. Κι εδώ έχουμε δύο επιλογές: μπαταρία ή πρίζα; οι δεύτεροι είναι μεν πιο ισχυροί και χαρίζουν πιο έντονες συγκινήσεις αλλά το καλώδιο τους κάνει κάπως δύσχρηστους, ειδικά αν δεν τους χρησιμοποιείτε μόνοι σας αλλά με παρέα. Που να μπλέκεσαι σε καλώδια και να κινδυνεύεις από ηλεκτροπληξία. Άσε που χρειάζεται και πρίζα άρα αντενδείκνυται και για outdoor χρήση. Οι κίνδυνοι διευκρινίστηκαν, κατά τα άλλα, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα…Όσον αφορά στους πρώτους, με την απλοποιημένη χρήση με μπαταρίες, εφιστούμε την προσοχή μας στην τοποθέτησή τους. Κρίμα να χαλάσει το παιχνίδι και μαζί και το δικό μας παιχνίδι.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Large τον Φεβρουάριο του 2004 από τη Μυρόεσσα Μεταξά.

%d bloggers like this: