Archive | obsessions RSS feed for this section
Image

I could have danced all night

6 Aug

aud

Advertisements

Tous Les Garcons Et Les Filles

4 Sep

artwork by Zacharoula Kaxira

Ρώμη και ανέμελη διάθεση και (συνεπαγωγικά) vespa.

Ξέρατε ότι το πρώτο μηχανοκίνητο scooter κυκλοφόρησε το 1915, το έλεγαν Motoped και ήταν ο πρόγονος της δημοφιλούς vespa που απέκτησε επίσημη υπόσταση τον Απρίλιο του 1946;

Αυτή και ακόμα καλύτερες μουσικές ιστορίες μέχρι το ‘69 και καμιά σαρανταριά χρόνια πίσω διηγήθηκε η miss cinnamon την Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου, στο Drunk Sinatra.

These flip-flops are made for walking

6 Aug

Σαγιονάρα σημαίνει αντίο. Κι όμως, το δημοφιλές υπόδημα ποτέ δεν μας αποχαιρέτισε.

Το 1962 μια εταιρία στη Βραζιλία έμελλε να γίνει μια από τις πιο κερδοφόρες επιχειρήσεις παγκοσμίως λανσάροντας τις, διάσημες πια, λαστιχένιες σαγιονάρες της. Οι πολύχρωμες παντοφλίτσες της -που τότε κόστιζαν $3 και ήταν το δημοφιλέστερο υπόδημα ανάμεσα στις νοικοκυρές, τους λιμενεργάτες και τους εργάτες του Σάο Πάολο- δεν ήταν δική τους ανακάλυψη βέβαια.

Τα σανδάλια στηρίζουν τα ράθυμα καλοκαιρινά βήματά μας εδώ και περισσότερα από 6.000 χρόνια και σε διάφορες παραλλαγές τους έχουν βρεθεί σε κάθε γνωστό και άγνωστο πολιτισμό του πλανήτη. Στο Βρετανικό Μουσείο μπορεί να τα δει κανείς σε πάπυρους του 1.500 π.Χ. και σχέδιά τους έχουν βρεθεί σε ναούς και επιτύμβιες στήλες της αρχαίας Αιγύπτου. Οι σαγιονάρες, εμπνευσμένες από τα γιαπωνέζικα ξύλινα zōri ήταν τα σανδάλια που επικράτησαν όλων και παραγκώνισαν κάθε είδους πέδιλο κερδίζοντας την πρώτη θέση στη λίστα των top αντικειμένων της μόδας.

Από την Ιαπωνία (όπου η χρήση τους αναφέρεται από το 794 π.Χ. ακόμα σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια Ιαπωνικών Τρόπων και Συνηθειών) ταξίδεψαν στη Δύση μέσω Νέας Ζηλανδίας. Ο Morris Yock λάνσαρε το1957 στο Όκλαντ τις πρώτες σαγιονάρες και θεωρήθηκε εφευρέτης τους -αν και οι απόγονοι του Βρετανού επιχειρηματία John Cowie, που δραστηριοποιήθηκε στο Χονγκ Κονγκ αμέσως μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, διεκδικούν την ευρεσιτεχνία υποστηρίζοντας πως ο Yock ήταν μόνο εισαγωγέας τους και όχι εφευρέτης τους.

Σε όποιον και αν ανήκει η πατέντα αυτοί που οφείλουμε να ευχαριστήσουμε για την εμφάνισή της σαγιονάρας στη Δύση είναι οι στρατιώτες που επέστρεφαν από την κατεχόμενη Ιαπωνία μετά τον πόλεμο φορώντας το ιδιαίτερα βολικό εύρημά τους. Στα 60’s στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης οι αθλητές της κολύμβησης τις προτίμησαν για να περιφέρονται εκτός πισίνας και ήταν οι πρώτοι που τους χάρισαν μια κάποια δημοσιότητα.

Τη μεγαλύτερη ώθηση την έδωσε, όντως, η βραζιλιάνικη εταιρία Havaianas που το 2001 ξεκίνησε τις εξαγωγές του περίφημου υποδήματός της και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατέχει το 10% περίπου της παγκόσμιας παραγωγής. Σαγιονάρες κυκλοφορούν και από δεκάδες εταιρίες και το κόστος κάποιων μοντέλων αγγίζει αστρονομικά ποσά μάλιστα.

Πριν λίγα χρόνια η σαγιονάρα βρέθηκε στα θέματα ημερήσιας διάταξης του Λευκού Οίκου δημιουργώντας προβληματισμό σχετικά με το αν είναι αρκετά ευπρεπές υπόδημα για τους υπαλλήλους του ή όχι. Οι ανησυχίες του ιατρικού κόσμου για ορθοπεδικές κακώσεις στους αστραγάλους -λόγω ανεπαρκούς στήριξης του πέλματος- και οι κατηγορίες για μελανώματα εξ αιτίας της αυξημένης έκθεσης του δέρματος στον ήλιο δεν απέτρεψαν και πολλούς από το να σέρνουν ράθυμα τα βήματά τους πάνω στις τόσο δημοφιλείς πια σαγιονάρες. Νοείται, άλλωστε, καλοκαίρι χωρίς τον χαρακτηριστικό φλιπ φλοπ (από τον οποίο έχουν πάρει το όνομά τους flip flops σα αγγλικά) αργόσυρτο ήχο τους;

extra info: Παρόλο που σαγιονάρα στα Ιαπωνικά σημαίνει αντίο τα ομώνυμα υποδήματα καλωσορίστηκαν όταν κατέφτασαν στη Δύση. Και, όπως διαπιστώνεται, μισό αιώνα και βάλε μετά, ήρθαν για να μείνουν.

Δημοσιεύτηκε στο queen.gr

Cinnamon Girl

8 Jul

thank you my_story_me

das gibt’s doch nicht *

8 Oct

(*μτφρ: αυτά δε γίνονται)

Και όμως γίνονται. Αλλιώς δε θα τα συζητούσαμε.

Και υπάρχουν. Αλλιώς δε θα μιλούσαμε γι αυτά.

Έλα όμως που αυτά που «δεν υπάρχουν» διεκδικούν τελικά τις δάφνες στον αγώνα για την ανάδειξη της ενοχλητικότερης φράσης -καραμέλα που κόλλησε ποτέ στις γλώσσες των ομιλούντων ελληνικά (που λέει ο λόγος).

Δεδομένου δε του ότι πρώτη φορά τη δημοφιλή σλανγκ (my ass) την άκουσα κάποτε στην ξεχασμένη ελληνική επαρχία από μια ηλικιωμένη κυρία με αξάν τόσο βαρύ ώστε οι λοιποί φθόγγοι που σχημάτιζαν τις ακατάληπτες λέξεις της να παραμένουν αμετάφραστοι εικάζω πως η όξω από δω φράση «δεν υπάρχει» κάνει αυτή την εποχή κάποιο ανεξήγητο καμ μπακ (aka comeback).

Υποψιάζομαι πως για την διάδωσή της ευθύνεται κάποιο εγχώριο minor σελέμπριτι. Μπορεί και όχι. Ιδέα δεν έχω. Τον υπαίτιο πάντως, θα ήθελα διακαώς να τον γνωρίσω ώστε να κατευθύνω προς το μέρος του την οργή μου που, σας διαβεβαιώ, υπάρχει και παραϋπάρχει.

«Αυτός ο γκόμενος, δεν υπάρχει» λέει η μία. Εννοεί πως είναι καταπληκτικός.
«Αυτός ο γκόμενος, δεν υπάρχει» λέει η άλλη. Εννοεί πως είναι απαράδεκτος.
«Αυτός ο γκόμενος, δεν υπάρχει» λέει η τρίτη. Εννοεί πως ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας αποκλειστικά και είναι η μόνη που δεν της αξίζει η προαναφερθείσα σφαλιάρα.

Για τους άλλους δύο κυρίους ήλπιζα να μην υφίστανται πραγματικά ώστε να μη χρειάζεται να συγχρωτίζονται με τις κυρίες που τους καταδίκασαν στην ανυπαρξία.

Τις προάλλες μια συνάδελφος είπε «ο πατέρας μου δεν υπάρχει» και με ανάγκασε να τη ρωτήσω αν τον έχασε (aka πέθανε) πριν καιρό ή πρόσφατα. Με κοίταξε με απορία. Συγκρατήθηκα.

«Αυτά τα παπούτσια δεν υπάρχουν» έλεγε ένας άλλος τύπος. Και ήθελα να του τα βγάλω από τις πατούσες να βρεθεί να περπατάει ξυπόλητος για να καταλάβει τι διάλο εννοεί.

Κάθε φορά που μια ξανθιά -σε όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου, του πλατινέ και του σαντρέ- της τιβι συν όλες οι φέρουσες ξανθωπή κώμη και την προσδοκία/ ελπίδα της τιβι συν οι λοιποί αναλόγου πνευματικού επιπέδου χρήστες της ελληνικής γλώσσας αντικαθιστούν μια ευρεία γκάμα λέξεων και εκφράσεων που υποδηλώνουν από έκπληξη και θαυμασμό μέχρι ενόχληση και ό,τι άλλο βάλει ο νους σας νιώθω σαν να εισχωρούν μικροσκοπικά τρυπανάκια στους θύλακες του εγκεφάλου μου και με δυσκολία συγκρατώ τις παλάμες μου ώστε να μην εκσφενδονίσουν (άθελά μου) κάποια σφαλιάρα που θα κλέψει credits από την εκλεπτυσμένη κοινωνική μου υπόσταση.

Πείτε με υπερβολική αλλά τις προάλλες μέτρησα 300 περίπου (ναι, τριακόσιες) επαναλήψεις μέσα σε λιγότερες από 4 ώρες. Πείτε με και Τούλα από το Κυριολεκτούλα. Αλλά, σας ικετεύω, πάψτε πια να χρησιμοποιείτε αυτή τη φράση και μάλιστα σε αυτή τη συχνότητα. Είναι προφανές πως για να μιλάτε για αυτό που «δεν υπάρχει» υπάρχει και με το παραπάνω, είναι εκεί μπροστά σας και νιώθει άσχημα που το αφανίζετε.

Σας ευχαριστώ προκαταβολικά,

Η υπερασπίστρια των δικαιωμάτων όλων όσων υπάρχουν

miss cinnamon

%d bloggers like this: